Υπάρχει κάτι προκλητικό στο να ακούς τον όρο «συμφωνία κυρίων» σε μια χώρα όπου το καλάθι του σούπερ μάρκετ έχει μετατραπεί σε καθημερινό εφιάλτη για εκατομμύρια πολίτες. Ακόμη πιο προκλητικό όταν η συμφωνία αυτή συνάπτεται με επιχειρηματικούς παράγοντες που τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν πολλές φορές στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για υπερκέρδη, στρεβλώσεις στην αγορά και τιμές που ανεβαίνουν σαν πύραυλος αλλά κατεβαίνουν σαν φτερό.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται ικανοποιημένη. Καταργεί το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και λαμβάνει ως αντάλλαγμα μια υπόσχεση ότι οι τιμές δεν θα αυξηθούν μέσα στο καλοκαίρι. Και αυτό παρουσιάζεται ως επιτυχία.
Μόνο που οι πολίτες δεν ζουν από υποσχέσεις. Ζουν με λογαριασμούς, αποδείξεις και άδεια πορτοφόλια.
Μετά από χρόνια ακρίβειας, το να παρουσιάζεται ως κατάκτηση το γεγονός ότι οι τιμές δεν θα αυξηθούν άλλο για δύο μήνες συνιστά πολιτική παραδοχή αποτυχίας και όχι επιτυχία. Είναι σαν να καίγεται ένα σπίτι και η κυβέρνηση να ζητά χειροκρότημα επειδή οι φλόγες δεν θα επεκταθούν για λίγες εβδομάδες.
Η ουσία βρίσκεται αλλού. Αν υπάρχουν περιθώρια για μειώσεις τιμών από τον Σεπτέμβριο, όπως διακηρύσσεται, γιατί δεν υπάρχουν από σήμερα; Τι ακριβώς θα συμβεί σε εξήντα ημέρες που δεν μπορεί να συμβεί τώρα; Θα εξαφανιστεί το κόστος; Θα ανακαλύψουν ξαφνικά οι επιχειρήσεις ότι μπορούν να λειτουργήσουν με μικρότερα περιθώρια κέρδους; Ή μήπως οι καταναλωτές καλούνται για ακόμη μία φορά να κάνουν υπομονή μέχρι να περάσει ο πολιτικός λογαριασμός του καλοκαιριού;
Το ερώτημα είναι απλό και η απάντηση ακόμη απλούστερη: όταν μπορείς να μειώσεις μια τιμή αύριο αλλά επιλέγεις να το κάνεις σε δύο μήνες, τότε είτε δεν θέλεις είτε δεν πιέζεσαι αρκετά να το κάνεις σήμερα.
Και εδώ ακριβώς καταρρέει ο μύθος της «συμφωνίας κυρίων».
Διότι κύριος δεν είναι εκείνος που διατηρεί επί χρόνια τις τιμές στα ύψη και στη συνέχεια παρουσιάζει ως κοινωνική προσφορά τη μη περαιτέρω αύξησή τους. Κύριος δεν είναι εκείνος που θυμάται τον καταναλωτή μόνο όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια χτυπά κόκκινο. Και ασφαλώς κύριος δεν είναι εκείνος που χρειάζεται συσκέψεις στο Μέγαρο Μαξίμου για να πράξει αυτό που θα έπρεπε να θεωρεί αυτονόητο.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιμένει να αντιμετωπίζει την ακρίβεια με εκκλήσεις, συναντήσεις και συμβολισμούς. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, εξακολουθεί να ζητά από την αγορά να αυτοπειθαρχήσει, λες και το πρόβλημα είναι η έλλειψη καλής διάθεσης και όχι η απουσία αποτελεσματικών παρεμβάσεων και πραγματικού ανταγωνισμού.
Η αλήθεια είναι ότι η αγορά δεν λειτουργεί με ευχές. Λειτουργεί με κανόνες. Και όταν οι κανόνες υποχωρούν για να πάρουν τη θέση τους οι «συμφωνίες κυρίων», συνήθως κερδίζουν οι ισχυροί και πληρώνουν οι πολλοί.
Οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη από νέους τίτλους και επικοινωνιακές κορδέλες. Θέλουν να δουν το γάλα, το ψωμί, τα απορρυπαντικά και τα βασικά είδη διατροφής να κοστίζουν λιγότερο. Θέλουν να αισθανθούν ότι το κράτος προστατεύει το εισόδημά τους και όχι ότι διαμεσολαβεί σε μια φιλική συνεννόηση με όσους κυριαρχούν στην αγορά.
Μέχρι να συμβεί αυτό, η λεγόμενη «συμφωνία κυρίων» δεν ακούγεται ως λύση. Ακούγεται ως μια ακόμη προσπάθεια να βαφτιστεί η αδυναμία πολιτικής παρέμβασης ως εθνική συνεννόηση.
Και οι καταναλωτές έχουν κουραστεί να πληρώνουν ακριβά τα βαφτίσια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ




